πώρος

πώρος
Όνομα 2 Ινδών βασιλιάδων. 1. Βασιλιάς ινδικών χωρών στους χρόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, γνωστός για τη γενναιότητά του. Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος κατόρθωσε να περάσει τον ποταμό Υδάσπη, συγκρούστηκε με τον στρατό του Π., που είχε ένα ζωντανό πρόχωμα από 300 ελέφαντες. Επακολούθησε σκληρή μάχη, όπου ο Π. νικήθηκε και τραυματίστηκε. Ο Ινδός ηγεμόνας Μερόης έπεισε τον Π. να παρουσιαστεί μπροστά στο νικητή Μέγα Αλέξανδρο. Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος τον ρώτησε πώς ήθελε να τον μεταχειριστεί, ο Π. απάντησε: «Βασιλικά». Ο Αλέξανδρος φέρθηκε μεγαλόψυχα στον ηττημένο βασιλιά και του έδωσε πίσω το βασίλειό του. Ο Π. από ευγνωμοσύνη, συνόδευσε τον Αλέξανδρο σε πολεμικές επιχειρήσεις του. Όταν γύρισαν από εκεί, ο Π. βοήθησε τον Αλέξανδρο να εξοπλίσει στόλο για να πάει ως τις εκβολές του Ινδού. Για τις υπηρεσίες του αυτές, ο Αλέξανδρος τον αναγνώρισε βασιλιά όλης της χώρας από τον Υδάσπη μέχρι τον Ύφαση, που περιλάμβανε επτά έθνη και πάνω από δυο χιλιάδες πόλεις. Ο Π. εξακολούθησε να βασιλεύει εκεί και μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλέξανδρου, έως το 318, έτος που δολοφονήθηκε από τον Μακεδόνα στρατηγό Εύδαμο. 2. Ινδός βασιλιάς, συγγενής του προηγούμενου, του οποίου αναγνώριζε την επικυριαρχία. Όταν έφτασε στη χώρα του σώμα Μακεδόνων, την κατέλαβαν χωρίς αντίσταση.
* * *
ο / πῶρος, ΝΑ, και ποῡρος Α
ο πωρόλιθος
νεοελλ.
1. ιατρ. οστέινη και χόνδρινη ουσία που σχηματίζει συνδετική γέφυρα ανάμεσα στα άκρα ενός οστικού κατάγματος κατά τη διάρκεια τής αποκατάστασης
2. η πέτρα τών δοντιών, η τρυγία
αρχ.
1. σταλακτίτης σπηλαίου («πῶρος
ἀπολίθωσις ὑγρῶν», Ησύχ.)
2. πέτρα στην ουροδόχο κύστη
3. (ιδίως για αρθρώσεις που πάσχουν από αρθρίτιδα) πωρώδης σύσταση («σηπόμενον δὲ γίγνεται τὸ αἷμα ἐν τῷ σώματι πύον, ἐκ δὲ τοῡ πύου πῶρος», Αριστοτ.)
4. στον πληθ. οἱ πῶροι
λίθοι που τούς χρησιμοποιούσαν στα θεμέλια κτηρίων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Πρόκειται για τεχνικό οικοδομικό όρο που δευτερευόντως χρησιμοποιήθηκε και στην ιατρική. Πιθανολογείται ότι πρόκειται για δάνεια λ., ενώ η σύνδεση της με ακκαδ. pulu δεν θεωρείται πιθανή].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • πωρός — miserable masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πῶρος — stone masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πῶρος — stone masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πωρός — Όνομα 2 Ινδών βασιλιάδων. 1. Βασιλιάς ινδικών χωρών στους χρόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, γνωστός για τη γενναιότητά του. Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος κατόρθωσε να περάσει τον ποταμό Υδάσπη, συγκρούστηκε με τον στρατό του Π., που είχε ένα ζωντανό… …   Dictionary of Greek

  • Πῶρε — Πῶρος stone masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πῶρε — πῶρος stone masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πῶροι — Πῶρος stone masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πῶροι — πῶρος stone masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πῶρον — Πῶρος stone masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πῶρον — πῶρος stone masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”